Η ελληνική μουσική σκηνή αποχαιρετά σήμερα τη Μαίρη Λίντα, μια από τις πιο εμβληματικές ερμηνεύτριες του λαϊκού τραγουδιού, σε ηλικία 90 ετών. Η είδηση του θανάτου της, ο οποίος σημειώθηκε στο Γηροκομείο Αθηνών όπου διέμενε τα τελευταία χρόνια, προκάλεσε βαθιά θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο και σε γενιές θαυμαστών που μεγάλωσαν με τη φωνή της.
Από τον Πύργο Ηλείας στα φώτα της Αθήνας
Η Μαίρη Λίντα γεννήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 1935 στον Πύργο Ηλείας, με το πραγματικό της όνομα Μαρία Δημητροπούλου. Ακόμα παιδί, μετακόμισε με την οικογένειά της στον Κολωνό της Αθήνας. Το ταλέντο της αποκαλύφθηκε πολύ νωρίς: σε ηλικία μόλις επτά ετών τραγούδησε μπροστά σε πλήθος θεατών στο κινηματοθέατρο Αλκαζάρ, όπου ο Ορέστης Λάσκος αναζητούσε νέες φωνές. Εκείνος ήταν και ο άνθρωπος που της έδωσε το καλλιτεχνικό όνομα «Μαίρη Λίντα», το οποίο θα την ακολουθούσε σε όλη της τη ζωή.
Από εκείνη τη στιγμή, η νεαρή τραγουδίστρια βρέθηκε να εργάζεται σε βαριετέ και κέντρα διασκέδασης της εποχής. Σε ηλικία έντεκα ετών, σε μια πρόβα στο πολυτελές κέντρο «Πίγκαλς», γνώρισε τον άνθρωπο που θα σφράγιζε την καριέρα και τη ζωή της: τον μαέστρο και μπουζουξή Μανώλη Χιώτη.
Το θρυλικό ντουέτο με τον Μανώλη Χιώτη
Η συνάντηση με τον Χιώτη αποδείχθηκε καθοριστική. Μαζί δημιούργησαν ένα από τα πιο αγαπημένα ντουέτα της ελληνικής δισκογραφίας τη δεκαετία του ’60, με αμέτρητες επιτυχίες σε δίσκους, θεατρικές σκηνές και νυχτερινά κέντρα. Η σχέση τους ξεπέρασε τη σκηνή: παντρεύτηκαν το 1958 και έμειναν παντρεμένοι για περίπου μια δεκαετία, εμφανιζόμενοι μαζί και σε αρκετές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, όπως «Ο Ατσίδας», «Ο Δήμος από τα Τρίκαλα» και «Πολυτεχνίτης κι’ Ερημοσπίτης».
Το 1964, η περιοδεία τους στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτέλεσε σταθμό στην καριέρα της· το δίδυμο τραγούδησε ακόμη και στον Λευκό Οίκο, προς τιμήν του τότε προέδρου Λίντον Τζόνσον, ενώ ανάμεσα στους θαυμαστές τους συγκαταλέγονταν ο ηθοποιός Άντονι Πέρκινς και η Μαρία Κάλλας.
Ο γάμος με τον Χιώτη έληξε το 1967, κάτι που η ίδια περιέγραψε αργότερα ως το μεγαλύτερο λάθος της ζωής της, εξομολογούμενη ότι δεν έπαψε ποτέ να πονάει γι’ αυτόν τον χωρισμό.
Μια καριέρα-θρύλος
Η Μαίρη Λίντα ερμήνευσε πάνω από 1.200 τραγούδια στη διάρκεια της καριέρας της, συνεργαζόμενη με σπουδαίους δημιουργούς του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, όπως ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου και ο Γιώργος Μητσάκης, αλλά και με κορυφαίους συνθέτες του έντεχνου, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις.
Το 1961, στο Φεστιβάλ Τραγουδιού που τότε διοργανωνόταν στην Αθήνα, τιμήθηκε με το Α’ Βραβείο για την ερμηνεία της στο τραγούδι «Απαγωγή», σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Ανάμεσα στις πιο αγαπημένες της επιτυχίες ξεχωρίζουν τα «Περασμένες μου Αγάπες», «Ηλιοβασιλέματα», «Δε Θέλω Πια να Ξαναρθείς», «Το Τελευταίο Ποτηράκι», «Μυρτιά», «Ροδόσταμο» και «Μαργαρίτα Μαργαρώ» — τραγούδια που έμειναν χαραγμένα στη συλλογική μνήμη πολλών γενιών.
Η επιρροή της υπήρξε καθοριστική για πολλές μετέπειτα σπουδαίες φωνές του ελληνικού τραγουδιού, όπως η Γλυκερία, η Χαρούλα Αλεξίου, η Άννα Βίσση, η Κωνσταντίνα και η Δήμητρα Γαλάνη, με τις οποίες είχε άλλωστε συνεργαστεί και η ίδια στο παρελθόν. Οι τελευταίες της εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα έγιναν σε συμπράξεις ακριβώς με αυτές τις καλλιτέχνιδες: με την Χαρούλα Αλεξίου τη σεζόν 1995-96, με τη Γλυκερία το 2002-03 και με την Άννα Βίσση το 2011-12.
Μια ζωή με δυσκολίες πίσω από τα φώτα
Πίσω από τη λάμψη της σκηνής, η προσωπική ζωή της Μαίρης Λίντα δεν ήταν πάντα εύκολη. Μετά τον χωρισμό της από τον Χιώτη, παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Θεοχάρη, με τον οποίο απέκτησε την κόρη της, Εύα. Για εκείνο τον γάμο, η ίδια είχε μιλήσει ανοιχτά σε συνέντευξή της το 2012 για κακοποίηση που υπέστη, τονίζοντας ότι η φωνή της ήταν η δύναμη που της επέτρεψε τελικά να φύγει.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα πέρασε στο Γηροκομείο Αθηνών, μια επιλογή που η ίδια περιέγραφε ως δική της απόφαση και όχι ως εγκατάλειψη, μιλώντας με στοργή για το προσωπικό που τη φρόντιζε και για την αίσθηση οικογένειας που ένιωθε εκεί.
Το τέλος μιας εποχής
Ο θάνατος της Μαίρης Λίντα κλείνει έναν κύκλο δεκαετιών στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Η φωνή της, το ταπεραμέντο και η σκηνική της παρουσία συνόδεψαν και σημάδεψαν την ελληνική δισκογραφία και τον κινηματογράφο για πάνω από μισό αιώνα. Η κληρονομιά της, ωστόσο, παραμένει ζωντανή — στις ερμηνεύτριες που ενέπνευσε και στα τραγούδια που συνεχίζουν να ακούγονται σε κάθε ελληνικό καλοκαίρι.
Καλό της ταξίδι.
Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε
