Κάπου ανάμεσα σε μια ηλιόλουστη παραλία και μια ειδοποίηση στο Instagram, χάσαμε κάτι. Δεν το προσέξαμε αμέσως. Ήταν σταδιακό, σαν την άμμο που φεύγει κάτω από τα πόδια μας όταν στεκόμαστε στην ακρογιαλιά και δεν το καταλαβαίνουμε μέχρι να δούμε πόσο βαθιά έχουμε βυθιστεί.
Είναι καλοκαίρι. Οι δρόμοι αδειάζουν, οι παραλίες γεμίζουν, οι μέρες μεγαλώνουν. Κι όμως, αν κοιτάξεις γύρω σου, βλέπεις περίεργα πράγματα: δεκάδες σώματα ξαπλωμένα κάτω από τον ήλιο, με το βλέμμα καρφωμένο σε μια μικρή γυάλινη οθόνη που χωράει στην παλάμη τους. Η θάλασσα είναι εκεί, ασάλευτη, γαλάζια, δίπλα τους. Δεν τη βλέπουν.
Ένα χέρι που ψάχνει πανικόβλητα την τσέπη
Ξημερώνει η δεύτερη μέρα των διακοπών, ας πούμε. Ξυπνάς σε ένα δωμάτιο που δεν είναι το δικό σου. Το πρώτο πράγμα που κάνει το χέρι σου, πριν καν ανοίξεις τα μάτια, είναι να ψάξει το κομοδίνο. Όχι το ρολόι, όχι το ποτήρι με το νερό, το κινητό.
Το λένε nomophobia – no mobile phone phobia (νομοφοβία), και είναι πιο συνηθισμένο απ’ όσο νομίζουμε, μια μικρή ανησυχία που ζει στο σώμα. Τη νιώθεις όταν ψάχνεις την τσέπη σου στην παραλία και δεν βρίσκεις αμέσως το τηλέφωνο, μια στιγμή πανικού τόσο δυσανάλογη με το τι πραγματικά κινδυνεύεις να χάσεις.
Δεν είναι τεμπελιά ούτε αδυναμία χαρακτήρα. Οι εφαρμογές δεν σχεδιάστηκαν για να μας κάνουν ευτυχισμένους, σχεδιάστηκαν για να μας κρατούν εκεί όσο περισσότερο γίνεται. Κάθε κόκκινη ειδοποίηση είναι υπολογισμένη να μας τραβήξει πίσω, σαν μικρό άγκιστρο.
Οι διακοπές που δεν είναι πια διακοπές
Πηγαίνουμε διακοπές για να ξεφύγουμε. Αυτό λέμε τουλάχιστον. Μαζεύουμε τη βαλίτσα, κλείνουμε δωμάτιο με θέα, ονειρευόμαστε νερά τυρκουάζ και ησυχία. Και μετά φτάνουμε εκεί, και το πρώτο πράγμα που κάνουμε είναι να τσεκάρουμε αν πιάνει το ίντερνετ.
Καθόμαστε σε ένα ηλιοβασίλεμα που θα μπορούσε να κόψει την ανάσα, και το πρώτο μας ένστικτο δεν είναι να το κοιτάξουμε, είναι να το φωτογραφίσουμε. Να το ανεβάσουμε. Και μετά, ενώ ο ήλιος ακόμα βυθίζεται στη θάλασσα, το χέρι μας ξαναπιάνει το κινητό, όχι πια για να φωτογραφίσει, αλλά για να δει αν κάποιος το είδε ήδη. Ένα like μέσα στο πρώτο λεπτό μας ανακουφίζει περισσότερο απ’ όσο μας άγγιξε το ίδιο το χρώμα του ουρανού.
Ζούμε τις στιγμές μας μέσα από ένα φίλτρο, κυριολεκτικά και μεταφορικά, και μετά αναρωτιόμαστε γιατί οι διακοπές μας αφήνουν πιο κουρασμένους απ’ όσο έπρεπε.
Το βήμα προς τα πίσω
Θυμάμαι, όλοι μας θυμόμαστε αν ψάξουμε αρκετά βαθιά, μια εποχή που τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Που το να κάθεσαι σε μια βεράντα ήταν από μόνο του σπουδαίο και μπορώ να σας δικαιολογήσω το γιατί. Θυμάμαι διακοπές με την Κατερίνα, που απλά καθόμασταν, ή απλά μιλούσαμε, ή απλά γελούσαμε. Ένα βιβλίο μπορούσε να σε κρατήσει ώρες, γιατί δεν υπήρχε τίποτα άλλο να σε τραβήξει μακριά του. Με τη Μαρία παίζαμε ατελείωτες ώρες μπιρίμπα, όχι για να γεμίσουμε τον χρόνο, αλλά για να ξοδέψουμε απλόχερα τον χρόνο και να μιλάμε χωρίς καμία πληροφορία για τις ζωές των άλλων. Ζούσαμε τις δικές μας.
Σήμερα η ανία είναι σχεδόν αδύνατη. Στην ουρά του σούπερ μάρκετ, στο τραπέζι περιμένοντας το φαγητό, ακόμα και σε ένα κόκκινο φανάρι, το χέρι πάει αυτόματα στην τσέπη. Δύο άνθρωποι κάθονται σε ένα τραπέζι, με φαγητό μπροστά τους, και τα μάτια τους δεν συναντιούνται γιατί κοιτάζουν κι οι δύο κάπου αλλού. Κανείς τους δεν το θεωρεί περίεργο πια. Έχει γίνει η νέα κανονικότητα, δύο άνθρωποι ο ένας δίπλα στον άλλο, κι ο καθένας μόνος του, σε διαφορετικό κόσμο.
Ίσως όμως δεν είναι μόνο η στιγμή που φοβόμαστε να χάσουμε. Είναι η σιωπή που έρχεται αμέσως μετά. Όταν κάθεσαι μόνος, βουβός, αδρανής, δεν χάνεις απλώς χρόνο, μένεις μόνος με τις δικές σου σκέψεις, χωρίς κανένα διάλειμμα ανάμεσα σε αυτές. Το σκρολάρισμα είναι πιο εύκολο απ’ αυτό. Η οθόνη του κινητού συχνά είναι απλώς ένα καταφύγιο καθώς αναζητούμε μια γρήγορη απόδραση από την αμήχανη σιωπή της ίδιας μας της ύπαρξης
Τα πρότυπα που δεν υπάρχουν
Μια φίλη ανεβάζει μια φωτογραφία από παραλία στη Μύκονο, τέλειο φως, γαλάζιο νερό σαν πίνακας. Μπορεί να προηγήθηκαν είκοσι λήψεις πριν από αυτή. Μπορεί να υπήρξε ένα κάψιμο στο δέρμα της που δεν φαίνεται στη φωτογραφία, ή ένας καβγάς με τον σύντροφό της λίγο πριν, που δεν θα φανεί ποτέ.
Κι εσύ, ξαπλωμένη στη δική σου παραλία, κοιτάς αυτή τη φωτογραφία και συγκρίνεις τη δική σου, πραγματική, ατελή μέρα μ’ αυτήν. Νιώθεις ότι οι δικές σου διακοπές έχουν λιγότερη αξία, χωρίς να καταλαβαίνεις γιατί, γιατί συγκρίνεσαι με αυτό που δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα όπως το βλέπεις.
Μια καλοκαιρινή δοκιμή
Φέτος αποφάσισα να το δοκιμάσω. Πήγα διακοπές, γύρισα τη μισή Ελλάδα και γύρισα χωρίς φωτογραφίες. Χωρίς κανένα ποστάρισμα. Καμία ιστορία, κανένα άλμπουμ να δείξω σε όποιον ρωτήσει “πώς πέρασες”. Στην αρχή ένιωσα μια παράξενη ανησυχία, μία έλλειψη, σαν οι στιγμές να μην ήταν αρκετά αληθινές αν δεν τις κρατούσα κάπου. Αλλά αυτή η ανησυχία πέρασε γρήγορα, και στη θέση της ήρθε κάτι πολύ πιο ήρεμο.
Αντί για φωτογραφίες, κράτησα πρόσωπα. Θυμάμαι τα πρόσωπα των φίλων μου καλύτερα απ’ όσο θα τα θυμόμουν μέσα από μια οθόνη, τις εκφράσεις τους, τα γέλια τους, τις σιωπές μας. Θυμάμαι τις συζητήσεις μας, αυτές που κρατούσαν ώρες και δεν τις διέκοπτε ποτέ μια ειδοποίηση. Θυμάμαι τα τοπία και τα μέρη στα οποία με ξενάγησαν, τη δική τους ματιά πάνω σε τόπους που ήδη γνώριζαν, και τη δική μου, φρέσκια, πάνω στην ομορφιά που αντίκριζα για πρώτη φορά. Δύο διαφορετικοί τρόποι να βλέπεις το ίδιο τοπίο, κι εγώ κέρδισα και τους δύο.
Υπάρχει και μια εξήγηση πέρα από τη διαίσθηση για το γιατί συνέβη αυτό. Η ψυχολόγος Λίντα Χένκελ μελέτησε τι συμβαίνει στη μνήμη μας όταν φωτογραφίζουμε κάτι αντί να το παρατηρούμε απλώς, και βρήκε πως όσοι φωτογράφιζαν θυμούνταν λιγότερα και με λιγότερη λεπτομέρεια απ’ όσο όσοι απλώς κοίταζαν. Ονόμασε το φαινόμενο “photo-taking impairment effect”, αφού μόλις εμπιστευτούμε τη συσκευή να κρατήσει τη στιγμή για εμάς, ο ίδιος μας ο νους σταματά να προσπαθεί να την κρατήσει. Η κάμερα θυμάται, εμείς όχι. Κι εγώ φέτος φοβόμουν ότι η μνήμη μου μετά τις χημειοθεραπείες δεν είναι πια η ίδια, οι συχνές ομίχλες δεν με βοηθάνε να συνδεθώ με αυτό που συμβαίνει. Και η επιθυμία μου ήταν να γυρίσω γεμάτη αναμνήσεις. Ίσως γι’ αυτό γύρισα με τόσο ζωντανές αναμνήσεις φέτος. Δεν ανέθεσα σε καμία συσκευή το να θυμηθεί για λογαριασμό μου.
Γύρισα χωρίς καμία φωτογραφία να δείξω, αλλά νιώθω πλούσια, όχι μόνο από τις διακοπές και την ξεκούραση, αλλά από ζωή, από σύνδεση, από μνήμες που δεν χρειάζονται καμία συσκευή για να ζήσουν μέσα μου. Κι αυτό, τελικά, ήταν το πιο απροσδόκητο σουβενίρ.
Δεν θα πω ότι δεν με πείραξε καθόλου. Κάποιες φορές, βλέποντας τους άλλους να μοιράζονται τις δικές τους διακοπές, ένιωσα μια μικρή σπίθα δισταγμού, “μήπως έπρεπε να είχα κρατήσει έστω μία εικόνα;”. Δεν είμαι σίγουρη ότι θα το επαναλάμβανα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο κάθε φορά. Αλλά αυτή η μικρή αμφιβολία δεν αναιρεί όσα κέρδισα, απλώς δείχνει πόσο βαθιά έχει ριζώσει μέσα μας η ανάγκη να αποδείξουμε κάτι που ζήσαμε ήδη, κι ας το ξέρουμε καλά.
Το να ξαναμάθεις να ακούς
Δεν χρειάζεται να πετάξουμε τα κινητά στη θάλασσα, παρόλο που η σκέψη είναι ελκυστική, για διάφορους λόγους, όχι μόνο για τις αναμνήσεις. Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι τελικά αφοπλιστικά απλή: να σταματήσουμε να δραπετεύουμε και να μάθουμε ξανά να κατοικούμε στη στιγμή
Δοκίμασέ το μία φορά αυτό το καλοκαίρι. Άφησε το κινητό στην τσάντα, όχι στο χέρι σου, την επόμενη φορά που θα δεις ένα ηλιοβασίλεμα. Δεν θα χαθεί αν δεν το φωτογραφίσεις. Θα χαθεί μόνο αν δεν το κοιτάξεις.
Οι πραγματικές διακοπές δεν μετριούνται σε φωτογραφίες. Μετριούνται στο αλάτι που μένει στο δέρμα σου το βράδυ, στο γέλιο που άκουσες κι όχι σε views, σε μια συζήτηση που κράτησε τόσο πολύ που ξέχασες τι ώρα ήταν. Ίσως το πρώτο βήμα δεν είναι να πολεμήσουμε το κινητό. Είναι να θυμηθούμε τι χάνουμε όταν το κρατάμε πιο σφιχτά απ’ όσο κρατάμε το χέρι του ανθρώπου δίπλα μας.
Φωτογραφία από το depositphotos.com
Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε
