Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος: «Η ζωή μπορεί να εκδηλωθεί μέσα από ένα παιχνίδι, μια συζήτηση, μια σιωπή.»

Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος | Συνέντευξη

Στο πλαίσιο του φετινού προγράμματος του CineDoc, την Τετάρτη 15 Οκτωβρίου, θα προβληθεί το ντοκιμαντέρ Τα Τέρματα του Αυγούστου του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου. Η ταινία, που επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη μετά την προβολή της στο 27ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, κοιτάζει με τρυφερότητα και ειλικρίνεια μια κοινότητα της ορεινής Ελλάδας που ξαναβρίσκει ζωή μέσα από ένα αυτοσχέδιο τουρνουά ποδοσφαίρου.

Ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος είναι ένας από τους πιο σταθερούς και ουσιαστικούς δημιουργούς του ελληνικού ντοκιμαντέρ. Με ταινίες όπως Ο Μανάβης και Η Μικρή Άρκτος έχει αναδείξει την ποίηση της απλής ζωής, τη σιωπηλή αντοχή των ανθρώπων και τη διαχρονική ομορφιά της ελληνικής επαρχίας. Ο τρόπος που παρατηρεί, καταγράφει και αφηγείται μοιάζει με πράξη αγάπης.

Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος | Συνέντευξη

Με αφορμή τη νέα του δουλειά, μιλά στο CityPortal για τη μνήμη, τη συλλογικότητα και την αλήθεια που κρύβεται στις πιο ήσυχες στιγμές.

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για Τα Τέρματα του Αυγούστου και τι σας ώθησε να επιστρέψετε στο χωριό με μια κάμερα; Η ιδέα υπήρχε μέσα μου για πολλά χρόνια. Κάθε καλοκαίρι, στα ορεινά χωριά του Ασπροποτάμου, στο νομό Τρικάλων, πραγματοποιείται αυτό το αυτοσχέδιο τουρνουά ποδοσφαίρου που ξαναζωντανεύει τις κοινότητες. Ανάμεσά τους είναι και το δικό μου χωριό. Η προσπάθειά μου να κάνω την ταινία ξεκίνησε πριν από περίπου πέντε χρόνια, αλλά συνέπεσε με την περίοδο του covid, κι έτσι καθυστέρησε η υλοποίησή της. Τελικά, όμως, όλα κύλησαν όπως έπρεπε.

Η ταινία αποτυπώνει την ατμόσφαιρα του Αυγούστου, όταν το χωριό ξαναγεμίζει ζωή. Πώς βιώσατε αυτή τη μεταμόρφωση; Είναι μια εμπειρία μοναδική — σαν να βλέπεις έναν τόπο να ξυπνά ύστερα από έναν μακρύ ύπνο, μια χειμερία νάρκη. Όπως γνωρίζετε, τα περισσότερα ορεινά χωριά της Ελλάδας είναι σχεδόν έρημα τον χειμώνα, με ελάχιστους κατοίκους, και το καλοκαίρι “ξαναζωντανεύουν”. Κάθε φορά βιώνω αυτή τη μεταμόρφωση με χαρά, αλλά και με θλίψη, γιατί αναδεικνύει το πρόβλημα της αστυφιλίας και της υπερβολικής, άναρχης αστικοποίησης της χώρας μας.

Πόσο δύσκολο ήταν να κερδίσετε την εμπιστοσύνη των συγχωριανών σας και πότε νιώσατε ότι ξέχασαν την παρουσία της κάμερας; Ήμουν πολύ τυχερός, γιατί βοήθησε το γεγονός ότι κατάγομαι από το χωριό και είχα κάνει και παλαιότερα γυρίσματα εκεί. Οι κάτοικοι με γνωρίζουν και με εμπιστεύονται — και το αντίστροφο. Αυτό που δεν περίμενα ήταν πόσο γρήγορα “αψήφησαν” την παρουσία της κάμερας. Σχεδόν από την πρώτη κιόλας μέρα.

Οι άνθρωποι σάς άνοιξαν την καθημερινότητά τους. Τι σας εντυπωσίασε περισσότερο; Όσα καταγράφονται στο ντοκιμαντέρ τα έχω ζήσει και παλιότερα στο χωριό, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Φαντάζομαι και οι περισσότεροι που έχουν χωριό θα τα αναγνωρίσουν. Εκείνο που δεν περίμενα ήταν πως όλα αυτά θα εκδηλώνονταν με την ίδια αλήθεια και αυθεντικότητα μπροστά στην κάμερα. Ότι οι άνθρωποι θα τα άφηναν να συμβούν. Αυτό με εντυπωσίασε και με συγκίνησε βαθιά.

Υπήρξαν στιγμές που η ίδια η πραγματικότητα “σκηνοθέτησε” καλύτερα απ’ όσο θα μπορούσατε εσείς; Αναμφίβολα. Αυτό είναι και η ουσία του ντοκιμαντέρ — το απρόβλεπτο. Είναι οι στιγμές που σου υπενθυμίζουν γιατί κάνεις ντοκιμαντέρ. Για παράδειγμα, δεν φανταζόμουν ότι ένας απογευματινός καφές μεταξύ γυναικών θα εξελισσόταν έτσι όπως εξελίσσεται, ή ότι ο τελικός ποδοσφαίρου θα έπαιρνε τέτοια απρόσμενη τροπή.

Η προσωπική σας σχέση με τον τόπο πώς διαμόρφωσε τη ματιά σας; Υπήρξαν στιγμές που νιώθατε να ισορροπείτε ανάμεσα στον σκηνοθέτη και τον ντόπιο; Δύσκολη ερώτηση. Δεν νομίζω ότι κατάφερα να ισορροπήσω. Πάντα ένιωθα “ντόπιος”, τόσο στα γυρίσματα όσο και στο μοντάζ. Και ίσως αυτό, τελικά, να μην είναι στα υπέρ της ταινίας — αλλά σίγουρα είναι στην αλήθεια της.

Το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο εμφανίζεται ως γιορτή, αλλά και ως πεδίο παθών. Πώς κρατήσατε αυτή την ισορροπία; Οι αντιθέσεις, τα πάθη και οι μικρές έριδες είναι αναπόσπαστο στοιχείο κάθε κοινότητας — και μέρος της γοητείας της. Το ήξερα από την αρχή ότι δεν έπρεπε να “κρύψω” αυτές τις αντιθέσεις.

Ποιες στιγμές από τους αγώνες σάς συγκίνησαν περισσότερο; Ίσως σας φανεί παράξενο, αλλά με συγκίνησαν οι στιγμές που η μπάλα βγαίνει εκτός γηπέδου και “εξαφανίζεται” στις πλαγιές, στους θάμνους και στα βάτα. Όταν τα παιδιά που είναι υπεύθυνα να τη φέρουν πίσω αρχίζουν να την ψάχνουν και δεν μπορούν να τη βρουν. Αυτές οι μικρές στιγμές ανυπόκριτης ζωής με συγκινούν πάντα.

Οι ήχοι, οι φωνές των παιδιών και η σιωπή μετά τους αγώνες δημιουργούν έντονες αντιθέσεις. Πώς δουλέψατε πάνω σε αυτή την ισορροπία; Ο ήχος ήταν καθοριστικός. Ήθελα “να ακούγονται οι σιωπές” — η ηχώ του αγώνα, οι ανάσες, τα βήματα, ο περιβάλλον χώρος, η κερκίδα. Είχα την τύχη να συνεργαστώ με εξαιρετικούς ανθρώπους, όπως ο Χρήστος Γούσιος και ο Ενές Αχμέτ Κεχαγιά, που συνέβαλαν ουσιαστικά στη δημιουργία αυτής της ηχητικής ατμόσφαιρας.

Οι γυναίκες του χωριού έχουν ξεχωριστή παρουσία στην ταινία. Τι σημασία είχε για εσάς να δείξετε κι αυτή την πλευρά της ζωής; Η παρουσία τους ήταν αναγκαία. Δεν ήθελα ένα πορτρέτο μονοδιάστατο ή ανδροκεντρικό. Οι γυναίκες είναι αυτές που κρατούν τον τόπο, που συντηρούν την κοινότητα, που φροντίζουν, σχολιάζουν, συνδιαχειρίζονται.

Ο τίτλος Τα Τέρματα του Αυγούστου έχει μια ποιητική διάσταση. Τι σας οδήγησε σε αυτόν; Οι πολλαπλές του σημασίες. “Τέρματα” σημαίνει γκολ, αλλά και κατάληξη, σύνορο. Ο “Αύγουστος” είναι ο μήνας της επιστροφής, της κορύφωσης της ζωής στο χωριό. Έτσι, ο τίτλος υποδηλώνει μια τελετουργική “κάθοδο” — ένα παιχνίδι που φέρνει κοντά ανθρώπους και τόπο.

Το φιλμ δείχνει την επαρχία με αγάπη, αλλά χωρίς εξωραϊσμούς. Ήταν συνειδητή αυτή η επιλογή; Απολύτως. Όπως αναφέρεται και στην ταυτότητα της ταινίας, πρόκειται για “καλειδοσκόπιο γεγονότων, συμβάντων και στιγμών” — ένα πορτρέτο με φως αλλά και σκιές. Η αγάπη για τον τόπο δεν σημαίνει τύφλωση απέναντι στα προβλήματά του, στις εντάσεις και στις αντιφάσεις του.

Αν έπρεπε να ξεχωρίσετε μια σκηνή που κουβαλά για εσάς το απόσταγμα όλης της ταινίας, ποια θα ήταν; Είναι πολλές οι στιγμές που αγαπώ. Ίσως, όμως, θα σταθώ σε εκείνη την καθημερινή, σχεδόν τελετουργική επίσκεψη του μπάρμπα-Γιώργου στον τάφο της γυναίκας του.

Τι θα θέλατε να κρατήσει ο θεατής που δεν έχει καμία σχέση ούτε με την επαρχία ούτε με το ποδόσφαιρο; Να κρατήσει μια αίσθηση του πόσο σημαντική είναι η επαφή με τη φύση και η ανθρώπινη επικοινωνία. Ότι η ζωή μπορεί να εκδηλωθεί με τρόπο απλό, ωμό, αλλά και βαθύ — μέσα από ένα παιχνίδι, μια συζήτηση, μια σιωπή.

Πώς βλέπετε σήμερα τη θέση του ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα και το ενδιαφέρον του κοινού για τέτοιες ιστορίες; Παρατηρείται μια μετατόπιση· το κοινό αρχίζει να αναζητά ντοκιμαντέρ που αφηγούνται ιστορίες από την επαρχία. Αυτό είναι πολύ ελπιδοφόρο, γιατί σχετίζεται με την ανάγκη μας να κατανοήσουμε ποιοι είμαστε και από πού ερχόμαστε — να επανασυνδεθούμε με την ταυτότητά μας. Αν και η Πολιτεία το αντιληφθεί αυτό και πάψει να χρηματοδοτεί τον κινηματογράφο “με το σταγονόμετρο”, όπως δυστυχώς συμβαίνει, τότε τα πράγματα θα πάνε πολύ καλύτερα.

Ένα χωριό, ένας Αύγουστος, ένα παιχνίδι.

Ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος δεν κινηματογραφεί το ποδόσφαιρο αλλά την ανάγκη να ανήκεις κάπου. Τα Τέρματα του Αυγούστου θυμίζουν πως η ζωή συνεχίζεται στα περιθώρια, στις αυλές, στις πλαγιές, στις φωνές που αντηχούν και σβήνουν. Εκεί, ανάμεσα στο φως και στη σιωπή, κρύβεται ό,τι πιο αληθινό έχουμε. Κοιτάζει την επαρχία όχι σαν παρατηρητής αλλά σαν άνθρωπος που την κουβαλά μέσα του. Στην ταινία του, μια κοινότητα ξαναβρίσκει την ανάσα της, έστω και για λίγο, για να θυμηθεί πως κάποτε υπήρξε ζωντανή.

Το ντοκιμαντέρ προβάλλεται στο πλαίσιο του CineDoc Festival, ενός θεσμού που εδώ και δεκαπέντε χρόνια στηρίζει το δημιουργικό ντοκιμαντέρ και το φέρνει πιο κοντά στο κοινό. Το CineDoc ξεκίνησε το 2009 και έχει εξελιχθεί σε σημείο αναφοράς για τους φίλους του κινηματογράφου, προβάλλοντας ελληνικές και διεθνείς παραγωγές που αναδεικνύουν κοινωνικές, περιβαλλοντικές και πολιτιστικές ιστορίες. Μέσα από τις προβολές, τις συζητήσεις και τις δράσεις του, έχει δημιουργήσει ένα κοινό που δεν παρακολουθεί απλώς, αλλά συμμετέχει.

Η παρουσία του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου στην προβολή της ταινίας του συνδέει το βλέμμα του δημιουργού με εκείνο των θεατών, σε μια στιγμή όπου το ντοκιμαντέρ επιστρέφει εκεί που ανήκει: ανάμεσα στους ανθρώπους.

Και τελικά, αυτό που μένει δεν είναι το τέλος του καλοκαιριού αλλά η μνήμη του, εκεί όπου κάθε Αύγουστος ξαναρχίζει.


Γράφει η Στέλλα Λίταινα |

Τα τέρματα του Αυγούστου | Ντοκιμαντέρ

 

Ακολουθήστε το cityportal.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις Διαβάστε για Συναυλίες, Σινεμά, Θέατρο, βιβλία, τέχνες, εκδρομές στην ατζέντα (ημερολόγιο) αλλά και όλα τα Τελευταία νέα από τη Θεσσαλονίκη, την Ελλάδα και τον Κόσμο, σήμερα, τώρα που συμβαίνουν.

 

Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε