Όταν πριν από λίγες μέρες εμφανίστηκαν οι φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944, η χώρα συγκλονίστηκε. Και δικαίως. Η εικόνα των μελλοθανάτων που βαδίζουν αγέρωχοι προς τον θάνατο έχει τη δύναμη να κάνει αυτό που χιλιάδες σελίδες δεν κατάφεραν ποτέ: να κάνει την Ιστορία να πάρει σάρκα και οστά.
Όμως η συγκίνηση αυτή αναδεικνύει και κάτι βαθύτερα ανησυχητικό. Γιατί συγκλονίστηκε η κοινή γνώμη τόσο έντονα; Μήπως επειδή ουσιαστικά δεν ήξερε; Μήπως επειδή κανείς δεν της είχε πει όπως έπρεπε;
Το ελληνικό σχολείο διδάσκει Ιστορία με τρόπο που μοιάζει με ταινία που κόβεται στο πιο κρίσιμο σημείο. Το 1940, το Έπος, η Αντίσταση: εδώ η αφήγηση κορυφώνεται, ο ήρωας θριαμβεύει και μετά, η οθόνη σκοτεινιάζει.
Ό,τι ακολούθησε, δηλαδή τα Δεκεμβριανά (1944), ο Εμφύλιος (1946-1949), τα στρατόπεδα εξορίας, ο κοινωνικός διχασμός που κράτησε δεκαετίες, τα παιδιά που εξορίστηκαν, οι ηττημένοι που κυνηγήθηκαν για χρόνια από το ίδιο το κράτος που υποτίθεται τους εκπροσωπούσε: αυτά δεν διδάσκονται και αυτό δεν είναι αμέλεια. Είναι επιλογή.
Και η πιο επικίνδυνη πτυχή αυτής της επιλογής είναι αυτό που αποσιωπάται ή υπάρχει ως απλή αναφορά: ότι εγκλήματα έγιναν και από τις δύο πλευρές. Εκτελέσεις, βία, τρόμος, αθώα θύματα. Αυτή είναι ακριβώς η ουσία που το σχολικό μάθημα αποφεύγει σαν τη φωτιά, γιατί αναγκάζει να τεθούν ερωτήματα χωρίς εύκολες απαντήσεις.
Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει κάποιος όταν πιστεύει ότι υπηρετεί μια ιδέα, που είναι η ΙΔΕΑ για αυτόν; Ή όταν υπηρετεί την νομιμότητα με τυφλά μάτια;
Γιατί αυτό ακριβώς ζητά πάντα η κάθε εξουσία από τους πολίτες της: να είναι νομιμόφρονες. Να μην αμφισβητούν. Να εκτελούν. Και το σχολείο, με τη σειρά του, είναι το πρώτο εργαστήριο παραγωγής αυτής της νομιμοφροσύνης. Εκεί μαθαίνεις να σέβεσαι την εξουσία πριν καν καταλάβεις τι είναι εξουσία.
Το πείραμα Μίλγκραμ
Το 1961, ο αμερικανός ψυχολόγος Στάνλεϊ Μίλγκραμ (Stanley Milgram) έκανε ένα από τα πιο ανατριχιαστικά πειράματα στην ιστορία της επιστήμης: Tο πείραμα του Μίλγκραμ | Σε ποιο σημείο μπορείς να φθάσεις όταν έχεις μάθει να δέχεσαι άκριτα εντολές
Ζήτησε από απλούς ανθρώπους, χωρίς ιδιαίτερο προφίλ βίας ή επιθετικότητας, να χορηγούν ηλεκτροσόκ σε άλλους ανθρώπους κάθε φορά που έκαναν λάθος σε μια δοκιμασία. Τα ηλεκτροσόκ ήταν εικονικά, αλλά οι συμμετέχοντες δεν το ήξεραν. Και παρ’ όλα αυτά, όταν ένας άνθρωπος με λευκή ποδιά και ύφος εξουσίας τους έλεγε “συνεχίστε, αυτό απαιτεί το πείραμα”, τα δύο τρίτα από αυτούς συνέχισαν να πατούν το κουμπί μέχρι τις υψηλότερες δόσεις, ακόμα κι όταν άκουγαν φωνές πόνου από τους ηθοποιούς από το διπλανό δωμάτιο. Δεν ήταν κακοί άνθρωποι. Ήταν απλώς υπάκουοι, νομιμόφρονες
Αυτό είναι το πείραμα Μίλγκραμ: η απόδειξη ότι η τυφλή υπακοή στην εξουσία μπορεί να μετατρέψει τον οποιονδήποτε σε συνεργό. Και αυτό επιβεβαιώνει και η Χάνα Άρεντ με την «κοινοτοπία του κακού» (banality of evil): η φρίκη δεν παράγεται αναγκαία από τέρατα, αλλά από ανθρώπους που σταμάτησαν να σκέφτονται και αποφάσισαν να υπακούσουν.
Αυτό ακριβώς κρύβεται πίσω από τις αποσιωπημένες σελίδες του ελληνικού Εμφυλίου. Και αυτό είναι που ένα σχολείο που σέβεται τους μαθητές του θα έπρεπε να διδάσκει πρώτο απ’ όλα.
Ιστορία οχι ως επιστήμη αλλά ως προπαγάνδα
Για πολλές δεκαετίες ο Εμφύλιος δεν ήταν ένα απλό μάθημα Ιστορίας αλλά χρησιμοποιήθηκε ως ηθικό και πολιτικό μάθημα, μέσα στο σχολείο και έξω από αυτό. Το σχολείο δεν εξέλειπε ποτέ από αυτή την εξίσωση. Η εκδοχή των νικητών του Εμφυλίου (όπως συμβαίνει πάντα σε όλες τις ιστορίες) έγινε επίσημη Ιστορία, και το σχολείο ήταν το κύριο εργαλείο για να το πετύχει αυτό.
Κι αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, το μάθημα της Ιστορίας δεν σχεδιάστηκε ποτέ για να διδάξει. Σχεδιάστηκε για να δημιουργήσει εθνική συνείδηση εκεί που δεν υπήρχε, να κρατήσει δεμένα μαζί ανθρώπους με διαφορετικές καταγωγές, διαλέκτους και εμπειρίες κάτω από μια κοινή σημαία. Και αν αυτό ήταν κατανοητό για τον 19ο αιώνα, το πρόβλημα είναι ότι η λογική αυτή δεν άλλαξε ποτέ.
Το μάθημα της Ιστορίας στα ελληνικά σχολεία δεν στοχεύει να αναπτύξει κριτική σκέψη στους μαθητές, αλλά να διαμορφώσει συγκεκριμένες αξίες, πεποιθήσεις και εθνική ταυτότητα. Να “φρονηματίσει”, δηλαδή να πει στον μαθητή τι να σκέφτεται και πώς να αισθάνεται για την πατρίδα του. Με άλλα λόγια, η σχολική Ιστορία στην Ελλάδα, όπως και σε άλλα κράτη δεν είναι επιστήμη. Είναι προπαγάνδα.
Και αυτή η προπαγάνδα έχει κόστος. Παράγει πολίτες που ίσως ξέρουν τι έγινε στη Μάχη της Κρήτης αλλά αγνοούν τι σήμαινε να είσαι εξόριστος στη Μακρόνησο. Που έχουν μάθει απέξω την ημερομηνία του ΟΧΙ αλλά δεν γνωρίζουν ότι αμέσως μετά τη λήξη της Κατοχής, ξεκίνησε ένας αδελφοκτόνος πόλεμος που Έλληνες σκότωναν Έλληνες. Που νιώθουν υπερηφάνεια για μια περίοδο ενότητας, χωρίς να γνωρίζουν ότι αμέσως μετά ακολούθησε ο πιο αιματηρός εσωτερικός πόλεμος της νεώτερης ελληνικής ιστορίας.
Όσοι αγνοούν την Ιστορία είναι καταδικασμένοι να την επαναλάβουν
Ο φιλόσοφος Τζορτζ Σαντανταγιάνα (George Santayana) είχε πει ότι όσοι αγνοούν την Ιστορία είναι καταδικασμένοι να την επαναλάβουν. Η Ελλάδα δεν αγνοεί την Ιστορία της. Επέλεξε να την αγνοεί. Κι αυτή είναι μια πολύ διαφορετική, πολύ πιο βαριά ευθύνη.
Η επιλεκτική αυτή μνήμη δεν είναι αθώα. Ένα έθνος που αρνείται να κοιτάξει στα μάτια τον εαυτό του δεν επουλώνει τα τραύματά του. Τα σκεπάζει με ασβέστη και κάνει πως δεν υπάρχουν. Κι ο ασβέστης, ξέρουμε, αργά ή γρήγορα σπάει.
Η εμφύλια σύγκρουση υποβαθμίστηκε σε περίοδο κρίσης και ανωμαλίας και υποτάχθηκε στο μείζον, ένδοξο γεγονός: την Εθνική Αντίσταση. Έτσι ο Εμφύλιος έγινε παρένθεση, υποσελίδα, ανωμαλία που διακόπτει μια αφήγηση τριακοσίων σελίδων ηρωισμού. Αν αυτό δεν είναι νοθεία της Ιστορίας, τότε τι είναι;
Οι φωτογραφίες της Καισαριανής κατέδειξαν κάτι που πολλοί ιστορικοί επαναλαμβάνουν εδώ και χρόνια χωρίς να εισακούονται: η Ελλάδα δεν έχει έναν τρόπο να διαβάζει το πρόσφατο παρελθόν της. Δεν έχει Μουσείο Εθνικής Αντίστασης. Δεν έχει Μουσείο Εμφυλίου. Έχει κλειστά αρχεία, εγκαταλελειμμένους τόπους μνήμης και βιβλία Ιστορίας που φτάνουν στο 1944 και μετά χαμηλώνουν τη φωνή.
Τι είδους πολίτες παράγει ένα εκπαιδευτικό σύστημα που διδάσκει μισή Ιστορία; Και πόσο μπορεί να αντέξει μια κοινωνία που γνωρίζει τι ήταν ηρωικό, αλλά αρνείται να συζητήσει τι ήταν ντροπιαστικό, τραγικό και πολύπλοκο; Η ερώτηση δεν είναι πολιτική. Είναι παιδαγωγική και είναι ηθική.
Η απάντηση δεν χρειάζεται πολλές σελίδες. Αρκεί να κοιτάξει κανείς πού βρισκόμαστε σήμερα: μια κοινωνία που συγκλονίζεται από φωτογραφίες 80 χρόνων, σαν να τα μαθαίνει για πρώτη φορά. Γιατί στην ουσία, τα μαθαίνει για πρώτη φορά!
Tο επόμενο σχετικο άρθρο που θα μας απασχολήσει είναι η περίπτωση με αυτούς, που προσπαθούν να οικειοποιηθούν μια ηρωική πράξη, θυσία ή ενέργεια.
Γράφει ο Πέτρος Γραμμενίδης
Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε
