Υπάρχει μια φωτογραφία από τον Ιούλιο του 1967. Η Μελίνα Μερκούρη στέκεται μπροστά σε δημοσιογράφους, ντυμένη ολόμαυρη. Δεν κλαίει. Δεν φαίνεται να ψάχνει λόγια. Η χούντα μόλις της είχε αφαιρέσει την ελληνική ιθαγένεια. Εκείνη κοιτά κατευθείαν στην κάμερα και λέει αυτό που δεν μπορεί να της πάρει κανείς: «Γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα.»
Δώδεκα λέξεις. Και ο συνταγματάρχης Παττακός, ο άνθρωπος που υπέγραψε την αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας, απάντησε με κάτι πολύ χαρακτηριστικό της νοοτροπίας της τότε εξουσίας: «Κι εγώ γεννήθηκα Έλληνας, αλλά έχω και μυαλό.»
Μελίνα Μερκούρη
Η Μελίνα τον καιρό της χούντας ήταν ήδη διεθνής σταρ. Το «Ποτέ την Κυριακή» της είχε χαρίσει το βραβείο ερμηνείας στις Κάννες και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ, ενώ τα «Παιδιά του Πειραιά» του Μάνου Χατζιδάκι είχαν γίνει παγκόσμια επιτυχία. Διάσημη, όμορφη, πετυχημένη, στο ζενίθ της καριέρα της, ανοιχτές όλες οι πόρτες, μια ζηλευτή ζωή, θα μπορούσε να μείνει σ αυτά και να μην ανακατευτεί. Δεν το έκανε. Πολέμησε σφοδρά τη χούντα χρησιμοποιώντας τη φήμη και τη λάμψη που είχε αποκτήσει, έδωσε συναυλίες, οργάνωσε πορείες, συναντήθηκε με πολιτικούς και πνευματικούς ανθρώπους παγκοσμίου κύρους. Κατά τη διάρκεια των αγώνων της έγιναν εναντίον της απόπειρες δολοφονίας.
Ο σύντροφός της Ζιλ Ντασέν θα αναφερόταν αργότερα στο κόστος αυτής της επιλογής: «Μετά το “Ριφιφί” έγινα ο σκηνοθέτης που θα μπορούσε να πληρωθεί με τα περισσότερα χρήματα. Αν κάναμε άλλο ένα φιλμ σαν το “Ποτέ την Κυριακή“, θα ήμασταν από τους πλουσιότερους ανθρώπους του κινηματογράφου. Αλλά τότε ήρθε η χούντα. Και χρειάστηκε να δώσουμε πολλά χρήματα. Για την εξορία. Για κάποιες ταινίες που γυρίσαμε.» Δεν το μετάνιωσε κανείς από τους δύο.
Όταν η δημοκρατία επέστρεψε, η Μελίνα επέστρεψε μαζί της. Εκλέχθηκε βουλευτής, έγινε υπουργός Πολιτισμού, και ξεκίνησε τον αγώνα που θα καθόριζε όλα τα χρόνια που της απέμεναν.
Ήταν 30 Ιουλίου 1982, στη Διάσκεψη υπουργών Πολιτισμού της UNESCO στο Μεξικό. Σηκώθηκε και είπε ξεκάθαρα: «Δεν υπάρχουν Ελγίνεια Μάρμαρα. Υπάρχουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα. Όπως υπάρχει ο Δαβίδ του Μιχαήλ Άγγελου, υπάρχει η Αφροδίτη του Ντα Βίντσι, υπάρχει η Καπέλα Σιξτίνα.» Μια πρόταση που ανέτρεπε δεκαετίες βρετανικής αφήγησης.
Δεν ήταν μόνο το αίτημα. Ήταν ο τρόπος που το έφερε. Παρέθεσε τους ίδιους τους συγχρόνους του Έλγιν: ο Χόρας Σμιθ τον αποκαλούσε «ληστή των μαρμάρων», ο Λόρδος Βύρωνας «πλιατσικολόγο», ο Τόμας Χάρντι χαρακτήρισε τα μάρμαρα «αιχμάλωτους σε εξορία». Και κατέληξε: «Δεν θα εγκαταλείψουμε ποτέ το αίτημα αυτό.»
Στους Βρετανούς μίλησε με λόγια που δεν έχουν χάσει τίποτα από τη βαρύτητά τους: «Πρέπει να καταλάβετε τι σημαίνουν για εμάς. Είναι η υπερηφάνειά μας. Είναι οι θυσίες μας. Είναι το υπέρτατο σύμβολο ευγένειας. Είναι η ουσία του ελληνισμού.»
Παράλληλα, μέσα από το Υπουργείο Πολιτισμού χτίζει ένα άλλο όραμα, πιο αθόρυβο αλλά εξίσου βαθύ. Δίνει μεγάλη σημασία στην εισαγωγή του Πολιτισμού και της Θεατρικής Αγωγής στα σχολεία από την πρώτη τάξη του δημοτικού, το γνωστό πρόγραμμα «Μελίνα – Εκπαίδευση και Πολιτισμός». Πίστευε ακράδαντα ότι έτσι θα δημιουργηθούν μελλοντικοί πολίτες με ουσιαστική παιδεία.
Ήταν η άλλη της μάχη, αυτή που δεν έχει συνέδρια και βήματα αλλά ξεδιπλώνεται αργά, μέσα στις σχολικές αίθουσες.
Από τα Μάρμαρα όμως δεν ξεκολλούσε. Αλλά δεν πρόλαβε να τα δει να επιστρέφουν. Η Μελίνα Μερκούρη πέθανε στις 6 Μαρτίου 1994, στη Νέα Υόρκη (Γεννήθηκε στην Αθήνα, 18 Οκτωβρίου 1920). Η σορός της έφτασε στην Ελλάδα στις 8 Μαρτίου, τέθηκε σε διήμερο λαϊκό προσκύνημα και κηρύχθηκε τριήμερο εθνικό πένθος. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι τη συνόδευσαν ως το Πρώτο Νεκροταφείο. Ήταν η τελευταία φορά που η Αθήνα τιμούσε έτσι κάποιον.
Και στις πιο κουρασμένες στιγμές της, όταν το σώμα της άρχιζε να υποχωρεί, η απάντησή της παρέμενε ίδια: «Ελπίζω να δω τα Μάρμαρα πίσω στην Αθήνα προτού πεθάνω. Αν όμως έρθουν αργότερα, εγώ θα ξαναγεννηθώ.»
Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε
